Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Καππαδοκία

Η Καππαδοκία (στα Τούρκικα Kapadokya, προέρχεται από το Ελληνικό: Καππαδοκία / Kappadokía, που με τη σειρά του από το Περσικό: Κατπατούκα που σημαίνει "η χώρα των όμορφων αλόγων"[1]) είναι μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας. Σήμερα αποτελεί τουρκική επαρχία περιλαμβάνουσα τέσσερεις διοικήσεις την Καισάρεια, την Νίγδη, το Γκιοζγκάτ και το Κιρ-Σεχίρ.Μέχρι το 1922 οπότε και η ανταλλαγή πληθυσμών οι κάτοικοι της Καππαδοκίας κατά θρήσκευμα και εθνικότητα ήταν α) Μωαμεθανοί Τούρκοι και Κούρδοι απόγονοι των Καρδούχων ορεσίβιοι , Αφσάροι λαός ληστρικός, και Κιρκάσιοι που μετανάστευσαν περί τον ΙΘ’ αι. από Ρωσσία.

Β) Χριστιανοί ορθόδοξοι Έλληνες και Γ) Αρμένιοι που μετανάστευσαν τον μεσαίωνα από Αρμενία. Γλώσσες ομιλούμενες ήταν η Ελληνική με πολλές παραφθορές, η Τουρκική, η Αρμενική και η Κουρδική. Κάτοικοι μετά το 1922: 700.000.Φυσικά όρια της Καππαδοκίας είναι προς Β. ο Εύξεινος Πόντος, προς Α. ο ποτ. Ευφράτης, προς Ν. το όρος Ταύρος και προς Δ. ο ποτ. Άλυς . Χώρες παλαιότερες που συνόρευαν ήταν προς Δ. η Παφλαγονία, η Λυκαονία και η Γαλατία, προς Ν. η Κιλικία και η Συρία και προς Α. η Αρμενία και η Συρία.

Υψηλότερο όρος ο Αργαίος (4000μ.) συνεχώς χιονοσκεπής και η μεγάλη οροσειρά του Ταύρου. Κύριοι ποταμοί ο Άλυς (εκ του ορυκτού άλατος στις όχθες του), ο Ευφράτης, ο Ίρις και ο Σάρος. Το έδαφος κατά το πλείστον υψίπεδα βοσκότοποι, εύφορα προς Πόντο και Ευφράτη και δασώδη προς οροσειρά.

Οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς διακρίνουν δύο Καππαδοκίες μία προς τον Ταύρο τη Μεγάλη Καππαδοκία με πρωτεύουσα τη Μάζακα , και επί Αλεξανδρινών χρόνων Ευσέβεια, με άλλες μεγάλες πόλεις την Καισάρεια (τουρκ. Καϊσερί), τη Μελίτη ή Μελιτινή (σημ. Μαλάτια) τη Τύανα αρχ. Πόλη αργότερα Χριστούπολη που καταστράφηκε τον Η’αι,. τη Κόμανα προς τον αντίταυρο αρχαία πόλη με φημισμένο ιερατείο και Μαντείο παρά το π. Σάρο (σημ. Σερ),και μία προς Πόντο τη Ποντική Καππαδοκία πρωτεύουσά της η Αμισός με άλλες πόλεις τη Φαρνακία αργ. Κερασούς, Τραπεζούντα, Αμάσεια και Κόμανα Ποντική.


-