Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Ο αρχαιολογικός χώρος Παλατιανού-Οι αρχαίες Φύσκαι ή το Ίωρον ;

Από το βιβλίο του Γιώργου Εχέδωρου: ‘Μακεδονία, Ιστορία του Κιλκίς, σελ. 736, έκδοση Ο. Γραμματικόπουλος, Κιλκίς 2007

 Φώτο: Το 'σύνταγμα' Παλατιανού. Η γνωστή οικογένεια της αρχαίας πόλης.

Η αρχαία πόλη στην περιοχή του Παλατιανού είναι χτισμένη στην ανατολική πλευρά του λόφου, βορειοδυτικά του χωριού, με κύρια θέα την οροσειρά των Κρουσίων. Απέχει 650 μέτρα από την κοίτη του ποταμού Γαλλικού (στο τμήμα του αυτό λέγεται ‘Σπανός ποταμός’ ).
Βρίσκεται στο στίγμα 41 08 44.85΄΄ Β και 22 54 12.32΄΄ (δορυφορικό στίγμα).


Τα πολλά αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή του Παλατιανού που έπεσαν στην αντίληψη των χωρικών καθώς και ευρήματα ‘ξένων επισκεπτών’ της περιοχής στο τέλος της δεκαετίας του 1950, πίεσαν την αρχαιολογική υπηρεσία Θεσσαλονίκης να ασχοληθεί με τον χώρο του Παλατιανού (πρώην Σαραϊλή). Έτσι οι πρώτες επίσημες ανασκαφικές έρευνες άρχισαν το 1961 από τη Φωτεινή Ζαφειροπούλου, το 1965-66 από το Φώτη Πέτσα και το 1977 από τη Λιάνα Παρλαμά. Από το 1993 ξεκίνησε συστηματική ανασκαφή του αρχαιολογικού χώρου και συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.
Η αρχαία πόλη είναι κτισμένη κατά τρόπο ώστε να μην φαίνεται από μακριά. Απεναντίας η οδός που οδηγούσε σε αυτήν την πόλη (αν και δεν έχει ανασκαφεί ο δρόμος αυτός) ήταν από τα δυτικά. Το συμπεραίνουμε αυτό από μαρτυρίες γεωργών της περιοχής.


 Συγκεκριμένα στην περιοχή σπέρνονται αποκλειστικά σιτηρά. Περί το μήνα Μάιο μια στενόμακρη λωρίδα σιτηρών ‘ξανθίζει’ πριν από όλα τα άλλα, με αποτέλεσμα να φαίνεται σαν μια..χρυσή οδός που οδηγεί στην αρχαία πόλη. Το ότι ξεραίνονται πριν από όλα τα στάχια αυτά, είναι γιατί κάτω από το χώμα υπήρχε λιθόστρωτη οδός. Τελευταία όμως όπως μαρτυρούν οι κάτοικοι, αυτή η παλαιά οδός, η ‘χρυσή λωρίδα’ έχει αδυνατίσει λόγω της βαθιάς άροσης των μεγάλων γεωργικών μηχανημάτων.
Έτσι έχουμε μια πόλη, η οποία δεν είναι ορατή από την πεδιάδα καθώς βρίσκεται στο ανατολικό σημείο του λόφου και έναν δρόμο που οδηγεί σε αυτήν από την αντίθετη πλευρά (δυτικά).
Ο έναντι λόφος νότια αποτελούσε μέρος της πόλης, εκεί υπάρχει το νεκροταφείο της.
Η πόλη αυτή βρίσκεται στην καρδιά του πλέον μεταλλοφόρου όρους της κεντρικής Μακεδονίας. Είναι ευνόητο ότι οι κάτοικοί της είχαν στενή σχέση με την εξόρυξη μεταλλευμάτων. Η περιοχή γύρω από την αρχαία πόλη βρίθει από στοές73. Ανατολικά μάλιστα από αυτήν, στην οροσειρά των Κρουσίων, όπου υπάρχουν εμφανή πετρώματα χαλαζία βλέπουμε ανοίγματα στοών. Σε μια τελευταία επίσκεψή μας (Σεπτέμβριο του 2006), δεν καταφέραμε να τις διερευνήσουμε λόγω της φιλοξενίας στην είσοδο τους οχιών. Είναι εμφανής όμως η εξόρυξη μεταλλευμάτων αφού συγκεντρώσαμε από τον περίγυρο μικρούς λίθους, όγκου της παλάμης, αλλά με αρκετά μεγάλο βάρος – πέντε με επτά φορές βαρύτεροι σε σχέση με τον όγκο τους.



Έτσι είμαστε πεπεισμένοι πως η ελληνική αυτή πόλη ξέχωρα από τη ‘στρατηγική θέση’ που είχε και έλεγχε τη διέλευση των εισβολέων από την περιοχή της Σιντικής και της Παρορβηλίας, είχε και σημαντική δραστηριότητα στην εξόρυξη μεταλλευμάτων.
Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές η πόλη παρουσιάζει κτίσματα από τον τέταρτο αιώνα προ Χριστού και στοιχεία κατοίκησης από τον 8ο αιώνα π.Χ.74 και έπαυσε να υπάρχει μετά τον τρίτο ή τέταρτο αιώνα μ.Χ. Τότε, δηλαδή, που άρχισαν οι βαρβαρικές επιδρομές στη Μακεδονία. Μέσα σε ένα κλίμα ειρήνης και δημιουργίας τριών –τεσσάρων αιώνων (των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων), ήταν άνευ στρατηγικού σκοπού η θέση της πόλης αλλά μάλλον δημιουργικού με την εξόρυξη μεταλλευμάτων της περιοχής.


Η πιθανή ταύτιση της με το αρχαίο Ίωρον75 έγινε με κριτήρια δύο επιγραφών. Η μία επιγραφή είναι από το Ασκληπείο της Μορρύλου από κάποιον Ιωρό που θεραπεύθηκε με τη ‘μορρία ύλη’ και μία στη Βέροια στην οποία οι σύνεδροι Μακεδόνες τιμούσαν ένα πολίτη Ιώριον76.


Εν πρώτοις επιβεβαιώνουν -και επιγραφικά- την παρουσία του Ιώρου στο μακεδονικό χώρο, όπως μας αναφέρει και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος.
Δεύτερον: Τονίζεται η παρουσία των Ιώρων αλλά και άλλων Μακεδόνων (π.χ. των Ληταίων) που είτε επισκέπτονται είτε τιμούνται από πόλεις της κεντρικής Μακεδονίας.
Τρίτον: απομένει ο καθορισμός του χώρου, για να θεωρηθεί ότι ταυτίζεται η πόλη. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος που μόνον αυτός αναφέρει το Ίωρον το τοποθετεί αναφερόμενος στις ‘επαρχίες’ της εποχής του, στο ‘περί υφηγήσεως βιβλίον γ΄’ και στη σελίδα 205 ως εξής: ...
‘Αιστραίων. Αίστραιον
Παιονίας Δήβορος, Άλωρος
Ιώρων. Ίωρον.
Σιντικής Τρίστολος, Παροικόπολις, Ηράκλεια σιντική.’

 
Εδώ υπάρχει μια ασάφεια, που πρέπει να διευκρινιστεί. Με τη σειρά που αναφέρονται είναι γεγονός πως το Ίωρον ήταν μια ξεχωριστή επαρχία κάπου μεταξύ της Αστραίων, Παιονίας και της Σιντικής. Αν λησμονήσουμε την εύρεση του αρχαιολογικού χώρου του Παλατιανού, θα θέταμε απερίφραστα το Ίωρον κάπου μεταξύ αρχαίου Άστραιου, Δοβήρου και Τριστόλου, μάλλον βόρειο δυτικά της Κερκίνης, βόρεια της λίμνης Δοϊράνης, στα βόρεια δηλαδή της Μακεδονίας, εκεί που έχει και υπόσταση ή έννοια της ονομασίας του (ιωρός = φρουρός). Όπου βρίσκεται και το μεγάλο ‘πέρασμα’ των βαρβάρων καθώς κατεβαίνουν από την πεδιάδα της Στρώμνιτσας.


Ο γράφων αυτά, συγκεντρώνοντας όλα τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να προσδώσουν μια θετική άποψη για τη μικρή άγνωστη πόλη του Παλατιανού κλίνει προς την κατεύθυνση πως πρόκειται για την αρχαία Φύσκα ή Φύσκαι, η οποία ιστορικά επιβεβαιώνεται ότι βρίσκεται μεταξύ του Αξιού και Στρυμόνα ποταμού. Είναι αρχαιότατη πόλη της περιοχής αυτής (αναφέρεται από το Θουκυδίδη) και παρουσιάζει δραστηριότητα σημαντική, αφού συγκαταλέγεται μεταξύ άλλων επιφανών μακεδονικών πόλεων μέχρι τον τρίτο- τέταρτο αιώνα μ.Χ.77


Επί πλέον η ονομασία Φύσκα ή Φύσκαι εμπεριέχει και την έννοια της ευρύτερης περιοχής με τις πολλές στοές εξόρυξης μεταλλευμάτων.

Η αρχαία πόλη

Η μικρή αρχαία πόλη του Παλατιανού ήταν μια πυκνοκατοικημένη και ακμάζουσα παρουσία στον χώρο της κρηστωνικής περιοχής. Γίνεται αντιληπτό πως οι κάτοικοί της δεν διαβιούσαν μόνο από τις γεωργικές ή υλοτομικές δραστηριότητες αλλά κυρίως από την..εξόρυξη μεταλλευμάτων της περιοχής. Στα έναντι υψώματα διαπιστώθηκαν λίθοι καμένοι σε υψικαμίνους ριγμένοι μάλιστα σε απότομες πλαγιές του Δυσώρου. Είναι προφανής η εξόρυξη και επεξεργασία των μετάλλων.
Η αρχαία πόλη είχε οχύρωση, όπως και άλλες μακεδονικές πόλεις της περιοχής καθώς και μια επιμελημένη οικιστική δομή. Αυτό διαπιστώνεται από προσεγμένες λεπτομέρειες που δόθηκαν στην οικιστική κατασκευή ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Διαπιστώθηκαν αγωγοί αποφυγής υδάτων από τα κτίσματα, θεμελίωση των οικοδομών σύμφωνα με την κλίση του εδάφους, δρόμοι όπου στα άκρα τους υπήρχαν ανοικτοί αγωγοί απομάκρυνσης των υδάτων κλπ.78 Οι οικίες ήταν κατασκευαστικά επιμελημένες, οι τοίχοι είχαν κάλυψη επιχρισμάτων έγχρωμου κονιάματος. Ήταν διαμορφωμένες σε σχήμα Γ με περίβολο και είχαν κτιστές εστίες για τις καθημερινές λειτουργίες της οικίας.



Η πόλη είχε αγορά, όπου είχε στηθεί και το ηρώο, το σύνταγμα αγαλμάτων που φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο του Κιλκίς. Μας είναι άγνωστο κάθε άλλο ιστορικό στοιχείο της πόλης αυτής. Δεν γνωρίζουμε ποιος ήταν ο Πάτραος, η γυναίκα του η Αμμία και οι τρεις υιοί τους, Αλέξανδρος, Ζόϊλος και Μήδης, που τα αγάλματά τους ήταν σε περίοπτη θέση μέσα στην πόλη και σε τόση μεγάλη εκτίμηση από τους κατοίκους της πόλης αυτής.
Το βέβαιο είναι πως μετά από τρεις αιώνες ρωμαϊκής κατάκτησης οι κάτοικοι μιλούν και γράφουν ελληνικά, δηλαδή δεν υπάρχει καμία αλλοίωση γλωσσική ή εκφραστική, όπως, βέβαια, το ίδιο παρατηρείται και στις άλλες πόλεις της περιοχής, των Βραγυλίων και της Μορρύλου. Αυτό δηλώνει την πολιτισμική ανωτερότητα των Ελλήνων κατοίκων έναντι των Ρωμαίων κατακτητών.
Η πόλη αυτή λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, όπως το σύνολο των πόλεων της περιοχής, πολύ πιθανόν στα μέσα του τετάρτου αιώνα, όταν η περιοχή κατακλύστηκε από βάρβαρους λαούς που ήρθαν από το βορρά.

--------------------------
Σημειώσεις:
73 Ο μεταλλωρύχος Νικόλαος Μαρκάκης, κάτοικος του Κεντρικού Κιλκίς, ηλικιωμένος τώρα, (Ιανουάριος 2007), μου ανέφερε πως την περίοδο (1957-1962) που εργαζόταν στη διάνοιξη στοών στα Κρούσια , για την εύρεση χρυσοφόρων στρωμάτων, είχαν καθοδηγηθεί, οι εργάτες τότε, από την Εταιρία Χρυσού, πως να εντοπίζουν τις αρχαίες στοές από καθιζήσεις στις δυτικές πλαγιές του βουνού. Στατιστικά αναφέρεται πως την αναφερόμενη περίοδο υπήρχαν περίπου τετρακόσιες αρχαίες ή παλαιές στοές.
Είχαν εντοπίσει μάλιστα το 1959 αρχαίο νεκροταφείο (ανατολικά του αρχαιολογικού χώρου του Παλατιανού), όπου τα οστά των ποδιών των νεκρών είχανε μεταλλικούς χαλκάδες. Επρόκειτο μάλλον για νεκροταφείο δούλων μεταλλωρύχων.
74 Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη περιοδικό Αρχαιολογία Σεπτέμβριος 1997
75. Οι Hatzopoulos-Loukopoulou (έκδοση 1989) θεωρούν πως τα αρχαιολογικά ευρήματα του Παλατιανού είναι του αρχαίου Ίωρου. Ήδη, όμως, από το 1982 σε χάρτη της έκδοσης «Μακεδονία: 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» Αθήνα 1982, της Εκδοτικής Αθηνών, τοποθετεί το Ίωρον στη θέση του αρχαιολογικού χώρου του Παλατιανού. Προφανώς, η εύρεση της αρχαίας πόλης στην κεντρική Μακεδονία, έδωσε μια ανακουφιστική λύση στην τοποθέτηση του Ίωρου.
76 Επιγραφή Βεροίας. Στο μουσείο της Βεροίας.
Κατά το δόξαν/
Τοις συνέδροις/
Τορκουάτον Λυσιμάχου Ιώ/
ριον Ισιδώρα Αν/
Τιγόνου η γυνή αυτού
77 TUBAE IAMBICAE - ANTIQVITATUM ANGELICARUM NOVI TESTAMENTI LIBER II. ό.π..
78 Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη ό.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια: