Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Ο Λιμναίος Οικισμός Δισπηλιού

    Οι λιμναίοι οικισμοί αποτελούν μια ιδιάζουσα μορφή κατοίκησης, από τα προϊστορικά χρόνια έως τις σύγχρονες παραγκουπόλεις της Ινδίας, του Μπαγκλαντές και των Μαλδίβων. Το υγρό στοιχείο ανέκαθεν προσέλκυε την παρουσία του ανθρώπου, σε τέτοιο βαθμό που μερικές κοινωνίες επέλεξαν να κτίσουν τις κατοικίες τους πάνω και δίπλα σε αυτό.
Αναπαράσταση λιμναίων καλύβων απο το Pfahlbau Museum,
που βρίσκεται στην γερμανική πόλη Uhldingen-Mühlhofen,
στις όχθες της λίμνης Bodensee

Οι λόγοι που οδήγησαν τον προϊστορικό άνθρωπο να δημιουργήσει τέτοιους οικισμούς προφανώς έχουν να κάνουν πρωτίστως με επισιτιστικούς λόγους και δευτερευόντως με ζητήματα ασφάλειας και προστασίας απο εισβολείς και άγρια ζώα. Στην νεολιθική Ευρώπη δημιουργήθηκαν κυρίως μεταξύ 4500 – 800 π.Χ αρκετοί λιμναίοι οικισμοί, όπου αναπτύχθηκαν ενδιαφέροντες πολιτισμοί. Στις αλπικές λίμνες της Ελβετίας εντοπίστηκαν 450 τοποθεσίες περίπου, που φιλοξένησαν τέτοιους οικισμούς, κυρίως γύρω από τις λίμνες  Neuchatel, Bienne και Morat[1]. Στην Γερμανία στις Bodensee και Federsee, στην Αυστρία στις Mondsee και Attersee, στην Ιταλία  στις Maggiore, Garda και σε μικρές λίμνες της κοιλάδας του Πάδου. Ακόμη, προϊστορικοί λιμναίοι οικισμοί εντοπίστηκαν σε λίμνες της Σλοβενίας, της Γαλλίας, της Σκωτίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας, της Πολωνίας, της Ιρλανδίας, της Αλβανίας και φυσικά της Ελλάδας.

     Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού αποτελεί τον μοναδικό ανεσκαμμένο τέτοιου είδους στην Ελλάδα, παρ’ όλο που
ίχνη βρέθηκαν και στις όχθες των λιμνών Δοϊράνη, Κερκίνη και στα αποξηραμένα Τενάγη των Φιλίππων Καβάλας[2]. Ο Ηρόδοτος μνημονεύει τις λιμναίες παιονικές εγκαταστάσεις γύρω απο όρος Πάγγαιο και την λίμνη Πρασιάδα (Δοϊράνη):  ‘’ούτω δη Παιόνων Σιριοπαίονές τε και Παιόπλαι και οι μέχρι της Πρασιάδος λίμνης εξ ηθέων εξαναστάντες ήγοντο ες την Ασίην’’[3].  Χάρη στην προσφιλή τακτική των Παιόνων να κατοικούν γύρω από λίμνες, ο καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος συμπαιραίνει πως και το Δισπηλιό πρέπει να αποτέλεσε μια προμακεδονική παιονική εγκατάσταση[4]. Όπως και να’ χει το προϊστορικό Δισπηλιό κατοικήθηκε απο φύλα της Νεολιθικής Εποχής, αποτελώντας ένα ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ των εγκαταστάσεων στην Μ. Ασία και τις αλπικές λίμνες της...
Ευρώπης.



     
Οι θέσεις των εγκαταστάσεων
   Η θέση που το 1932 ανακαλύφθηκε ο λιμναίος οικισμός Δισπηλιού, πίσω απο την εκκλησία της Ανάληψης, αποτελούσε νησίδα του νοτίου τμήματος της λίμνης Ορεστιάδας. Η λίμνη κατά την Προϊστορική Εποχή καταλάμβανε πολύ μεγαλύτερη έκταση και συρρικνώθηκε λόγω της εναπόθεσης φερτών υλών από τα ρέματα που εκβάλλουν σε αυτή. Έτσι, η νησίδα του Δισπηλιού ενώθηκε με την ξηρά και εις ανάμνησή της διατηρείται το τοπωνύμιο ‘’Νησί’’ στην παράδοση των σύγχρονων κατοίκων. Το έδαφος είναι επίπεδο με αργιλλοϋλλιούχα και αμμώδη συστατικά, που ευνοεί την ανάπτυξη καλλιεργειών. Νότια, εκτείνεται το μικρό βουνό Πετρώδες (802 μ.) και ανατολικά οι απολήξεις του όρους Άσκιο: Πύργος (1413 μ.), Κορησός (1386 μ.) και Μικρό Βουνό (804 μ.). Πριν την εγκατάσταση του νεολιθικού ανθρώπου η περιοχή καλυπτόταν απο πυκνή βλάστηση κωνοφόρων (πεύκα, έλατα), οξυάς και μικτού φυλλοβόλλου δρυόδασους. Σταδιακά, η ψηλή βλάστηση υποχώρησε και έδωσε τη θέση της στη χαμηλή και στις γεωργικές καλλιέργειες σιταριού και κριθαριού[5].      
Πάσσαλοι που ήρθαν στο φως κατά τις ανασκαφές
Την πρώτη μνεία του Δισπηλιού ως αρχαιολογικού χώρου κάνει ο Ν. Παππαδάκις το 1913 μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων: ‘’πολυγωνικόν τείχος μεγάλων πελεκητών λίθων, σώζεται εν μέρει - μέχρι 2μ. ύψους ενιαχού, με ίχνη πύλης και δυο πύργων, ασφαλώς αρχ. Ελληνικόν, του άλλοθεν δυσπροσίτου Κελέτρου’’[6]. Ο Παππαδάκις βλέπουμε ότι αναγνώρισε τα λείψανα του τείχους που εξείχε πάνω από το έδαφος, χαρακτηρίζοντάς τα ως τείχη του Κελέτρου. Αργότερα, στη διάρκεια μιας αρχαιοσυλλεκτικής περιοδείας στη Δυτική Μακεδονία ο καθηγητής Α. Κεραμόπουλος επισκέφθηκε το Δισπηλιό, όπου μια πληθώρα πασσάλων που ήταν μπηγμένοι στον βυθό είχαν έρθει στο φως αποκαλύπτοντας τα ίχνη του προϊστορικού λιμναίου οικισμού στη θέση ‘’Νησί’’. Ήταν το 1932, μια χρονιά που η στάθμη της λίμνης της Καστοριάς είχε κατεβεί τεχνητά μετά τη διάνοιξη του ρέματος Γκιόλε αποκαλύπτοντας τα επί χιλιετίες καλά διατηρημένα μέσα στο νερό ξύλινα υποστυλώματα. Χαρακτηριστικά γράφει ο ίδιος: ‘’Σπουδαιοτάτας ανακαλύψεις έκαμεν ο σοφός καθηγητής του Πανεπιστημίου και Πρόεδρος της Ακαδημίας κ. Αντ. Κεραμόπουλος. Εις το Δισπηλιό εύρε λιμνιαίας κατοικίας στηριζομένας επί πασσάλων προϊστορικάς. Οι πάσσαλοι εξέχουν του εδάφους, το οποίον ήτο πυθμήν της λίμνης πριν καταβιβασθή η στάθμη αυτής. Επί των πασσάλων αυτών εστηρίζοντο δάπεδα και καλύβαι ξύλιναι, αποτελούσαι ηνωμένην κώμην, η οποία συνεκοινώνει μετά της ξηράς δια σανίδος ανασυρομένης, ώστε να απομονώνεται αύτη. Η εποχή είνε νεολιθική (2000 έτη π.Χ.)’’[7]. Ο Κεραμόπουλος επανήλθε τα επόμενα χρόνια μέχρι το 1940 συνεχίζοντας τις ανασκαφές, ενώ σε αναφορές του στα πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας κάνει λόγο για την πιθανή ανακάλυψη του αρχαίου Ορεστικού Άργους. Με τον πόλεμο σταμάτησε η ανασκαφή του Κεραμόπουλου και φαίνεται ότι τα περισσότερα ευρήματά του σκορπίστηκαν δεξιά κι αριστερά, ενώ για ένα μεγάλο διάστημα το Δισπηλιό και οι λιμναίες προϊστορικές κατοικίες του ξεχάστηκαν. 
Πρόταση αναπαράστασης του λιμναίου οικισμού
απο τον Ν. Μουτσόπουλο
Το 1965, όταν η στάθμη της λίμνης κατέβηκε για μία ακόμη φορά αισθητά φανερώνοντας εκατοντάδες πασσάλους και πασσαλότρυπες, ο καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος πραγματοποίησε μια εκτεταμένη έρευνα, συνέλεξε πολύτιμα αρχαιολογικά στοιχεία και εκπόνησε την αποτύπωση του αρχαιολογικού χώρου. Χρειάστηκε να περάσουν και άλλες δεκαετίες και μέχρι το 1992, εξήντα δηλαδή ολόκληρα χρόνια από τις πρώτες δοκιμαστικές έρευνες του Κεραμόπουλου, ο καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Γιώργος Χουρμουζιάδης ανέλαβε τη διεύθυνση των συστηματικών ανασκαφών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο Δισπηλιό και η αρχαιολογική έρευνα πήρε ξανά τον δρόμο της[8].
Πρωϊνή ομίχλη στο Οικομουσείο του Δισπηλιού
     
     Σύμφωνα με τα ως τώρα συμπεράσματα, ο Λιμναίος Οικισμός Δισπηλιού, ανήκει στη Μέση Νεολιθική Εποχή και κατοικήθηκε από το 5500 ως το 3500 π.Χ. Γύρω στα μέσα της 4ης χιλιετίας π.Χ. ο οικισμός πρέπεινα εγκαταλείφθηκε σταδιακά από το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του,  για επισιτιστικούς κυρίως λόγους, σε γειτονικές ορεινές περιοχές ή προς τις πεδιάδες της Θεσσαλίας[9]. Ο προϊστορικός οικισμός περιλάμβανε έκταση περίπου 20 στρεμμάτων, ενώ υπολογίζεται ότι κατά την περίοδο της ακμής του θα πρέπει να ζούσαν εκεί κάπου 5.000 άνθρωποι[10]. Οι εγκαταβιούντες συντηρούνταν απο το ψάρεμα, την καλλιέργεια εσπεριδοειδών (σιτάρι, κριθάρι), το κυνήγι άγριων ζώων (κυρίως κόκκινου ελαφιού) και την κτηνοτροφία. Ανασκαφικά στοιχεία δείχνουν μεγάλη πλειοψηφία των αιγοπροβάτων, μεταξύ των υπολοίπων ζώων, όπως τα βοοειδή και οι χοίροι[11]. Οι καλύβες κατασκευάζονταν απο ξύλινα δομικά στοιχεία, που προέρχονταν απο κωνοφόρα δέντρα, εδρασμένες σε πλατφόρμες πάνω απο το νερό. Βέβαια, σε μεταγενέστερες εποχές που η λίμνη υποχώρησε, εδράζονταν στο έδαφος. Μικρότερα κλαδιά και καλάμια μπλεγμένα αποτελούσαν τους ‘’τοίχους’’ των κατοικιών, που ολοκληρώνονταν μετά την επάλειψη από ίλυ και την κατασκευή δίρριχτης καλαμωτής στέγης.

Σύγχρονη αναπαράσταση των νεολιθικών καλύβων
         Ο οικισμός διατηρήθηκε και σε επόμενες χρονικές περιόδους μετά την φυγή των περισσότερων κατοίκων του, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα. Ο λίθινος περίβολος που οριοθετεί την κατοικημένη ζώνη ανάγεται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους στα τελευταία χρόνια της Χαλκοκρατίας ή την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (13ο - 10ο αι. π.Χ)[12]. Ο ρόλος του μάλλον  ήταν περισσότερο για προστασία απο τα φουσκωμένα νερά της λίμνης, παρα για τους εισβολείς. Ακόμη, αρκετά χάλκινα αντικείμενα έχουν έρθει στο φως, δηλώνοντας ρητά την ύπαρξη ζωής εδώ κατα τη Χαλκοκρατία. Τέλος, ο Κεραμόπουλος πρώτος απέδωσε την κατασκευή του μεταγένεστερου τείχους στον Αρχέλαο, βασιλιά της Μακεδονίας (412-399 π.Χ)[13], γεγονός που ασπάστηκαν και μεταγενέστεροι ερευνητές. Πρόσφατα, ο Ν. Μουτσόπουλος θέλοντας να ερμηνεύσει το χωρίο του Τίτου Λίβιου για τα τείχη του Κελέτρου, αναφέρει πως το πόλισμα του Δισπηλιού στα ιστορικά χρόνια ταυτίζεται με το Κέλετρο[14]. Η θεωρία αυτή μάλλον εμπεριέχει προβλήματα καθώς η έκταση που περιλαμβάνεται στα τείχη του Δισπηλιού είναι αρκετά περιορισμένη και εξάλλου στα ιστορικά χρόνια πιθανότατα δεν υπήρχε το νησί. Στο Δισπηλιό πρέπει να χτίστηκε απλά ένα οχυρό (προμαχώνας) που επόπτευε την είσοδο στο Κέλετρο.   

Πανοραμικό πλάνο των ανασκαφών
Θραύσματα σκευών από το Δισπηλιό

 ΄Εως σήμερα έχουν ανασκαφεί συνολικά 5.250 τ.μ., από μία έκταση περίπου 17.000 τ.μ. της θέσης ‘’Νησί’’, ενώ το ανασκαφικό πεδίο έχει χωριστεί σε δύο κύριους τομείς (ανατολικό-δυτικό). Στα ευρήματα που έχουν έρθει στο φως συγκαταλέγονται πλήθος πασσάλων και ξυλοτεμαχίων χωμένων στο έδαφος, πασσαλότρυπες, μέσω των οποίων γίνεται αντιληπτή η θέση των καλύβων, σύνολα ξύλινων και πήλινων δομικών στοιχείων, τέσσερις ταφές με ανθρώπινα οστά, οι θέσεις επτά προϊστορικών φούρνων και πολλά υπολείματα καύσης. Τα κινητά ευρήματα περιλαμβάνουν μεγάλες ποσότητες απο θραύσματα κεραμικών σκευών και εργαλείων, ποικιλία αγγείων, ειδώλια, κοσμήματα (λίθινοι δακτύλιοι, χάντρες, περίαπτα), κοκάλινα και χάλκινα αντικείμενα, λίθινα τριβεία τροφής, αντικείμενα αναπαραγωγής ήχου, υπολείμματα καρπών και οστά ζώων,  αγγίστρια ψαρέματος, αρκετά όστρακα και κελύφη χερσαίων σαλιγκαριών, βλήματα σφεντόνας και μία πήλινη σφραγίδα. Όμως, το σημαντικότερο ίσως εύρημα αποτελεί μια ξύλινη επιγραφή που βρέθηκε στα ρηχά της λίμνης και ομοιάζει στην Γραμμική Α. Αποτελεί δε και το παλαιότερο δείγμα γραφής στην Ευρώπη, καθώς ραδιοχρονολογήσεις έδειξαν ότι προέρχεται απο το 5250 π.Χ[15]. Τέλος, για την ανάλυση των ευρημάτων έχει δημιουργηθεί ένα μικρό κέντρο τεκμηρίωσης κοντά στον χώρο ανασκαφών, ενώ για την έκθεσή τους ένα εντυπωσιακό Οικομουσείο, που περιλαμβάνει εκθεσιακούς χώρους και μια μοναδική σύγχρονη αναπαράσταση των νεολιθικών καλύβων.

Η νεολιθική επιγραφή που βρέθηκε στο Δισπηλιό

Ο λίθινος περίβολος του Δισπηλιού σήμερα


[1]   Μ. Πυργάκη, Λιμναίοι οικισμοί της προϊστορίας, Διάλεξη στην έκθεση L’IMAGINAIRE LACUSTRE (19.05.2009), Latenium Switzerland, σ. 1
[2]   Ν. Μουτσόπουλος, Oppidum Celetrum: Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, περιοδ. Μακεδονικά, τομ. 31, 1997-98, σ. 17
[3]   Ηρόδοτος, βιβλ. V 15, 26
[4]   Ν. Μουτσόπουλος, Oppidum Celetrum: Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, περιοδ. Μακεδονικά, τομ. 31, 1997-98, σ. 18
[5]  Κ. Κούλη, Βλάστηση και άνθρωπος: η εξέλιξη του παλαιοπεριβάλλοντος του λιμναίου οικισμού του Δισπηλιού απο την οπτική της παλυνολογίας, περ. Ανάσκαμμα, τευ. 1, 2008, σ. 149
[6]   Ν. Γ. Παππαδάκις, Εκ της ΄Ανω Μακεδονίας, Αθηνά, 1913, σ. 440, 441
[7]   εφημ. Καστοριά, φ. 769 (28.8.1938)
[8]   Γ. Χουρμουζιάδης, Δισπηλιό 7500 χρόνια μετά, University Studio Press, Θεσ/νίκη, 2002, σ. 
[9]   όπως παραπάνω, σ.
[10]  Χ. Κιοσσέ, Η πόλη με τους πασσάλους, εφημ. Το Βήμα (1.8.1999)
[11]   N. Phoca-Cosmetatou, The terrestrial economy of a lake settlement: A preliminary report on the faunal assemblage from the first phase of occupation of Dispilio, περ. Ανάσκαμμα, τευ. 2, 2008, σ. 51, 52
[12]   Γ. Σταυριδόπουλος, Τ. Σιάνος, Ολίθινος περίβολος του Δισπηλιού, περ. Ανάσκαμμα, τευ. 3, 2009, σ. 64
[13]   Πρακτικά της εν Αθήναις αρχαιολογικής εταιρείας, τ. 95,  Αθήνα, 1940, σ. 22
[14]   Ν. Μουτσόπουλος, Oppidum Celetrum: Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, περιοδ. Μακεδονικά, τομ. 31, 1997-98, σ. 8
[15]   Μ. Σωφρονίδου, Ο προϊστορικός λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς – Μια πρώτη εισαγωγή, περιοδ. Ανάσκαμμα, τευχ.1, 2008,  σ. 14-22