Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Πολυφωνικό Τραγούδι: Η Ήπειρος της Πεντατονίας!

Η πολυφωνία ως μουσικός όρος είναι ταυτισμένη με δύο διαφορετικά μουσικολογικά περιεχόμενα. Για τους φίλους της κλασικής μουσικής, η πολυφωνία είναι ένα σύστημα μουσικής γραφής που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη περίοδο της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, για να φθάσει μέχρι τις μέρες μας σαν μια έντεχνη μουσική έκφραση. Η έντεχνη ευρωπαϊκή πολυφωνία βασίζεται στην αντιπαράθεση όμοιων μελωδικών γραμμών. Σε διάκριση με αυτό το είδος η Λαϊκή Πολυφωνία έχει ρίζες προγενέστερες, για κάποιους ερευνητές αρχέγονες, απαντά σε ελάχιστες περιοχές του κόσμου και βασίζεται στη διαφορετικότητα των μελωδικών γραμμών έκφρασης των μελών της πολυφωνικής ομάδας.


Τρία βασικά στοιχεία συνηγορούν στην παλαιότητα της καταγωγής της Λαϊκής Πολυφωνίας: Η ομαδικότητα, ο φωνητικός χαρακτήρας της ερμηνείας και οι ανημίτονες πεντατονικές κλίμακες που αποτελούν τη μελωδική βάση της.

Μουσική βάση του πολυφωνικού τραγουδιού, οι διάφορες μορφές της ανημίτονης πεντατονικής κλίμακας, δηλαδή σειρές πέντε φθόγγων με δεύτερες μεγάλες και τρίτες μικρές που μπορούν να φτάσουν μέχρι πέντε διαφορετικές ενώσεις των φθόγγων χωρίς την παρουσία ημιτονίων.
Η Λαϊκή Πολυφωνία απαντιέται σπάνια. Μέσα από διαφορετικούς δρόμους εξέλιξης και επιρροών τη συναντάμε στην
Ήπειρο, Νότιο Αλβανία, Κάτω Ιταλία, Κορσική, Βοσνία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία, Νότια Πολωνία, Αιθιοπία, Γεωργία, Βόρειο Πακιστάν, νότιους πρόποδες Ιμαλαΐων, Ινδονησία και Ταϊβάν. Η εξάπλωση της Λαϊκής Πολυφωνίας διατηρεί τους απόηχους πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων άλλων εποχών, αναδεικνύοντας την ώσμωση, τις συγγένειες και τις γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτισμούς γειτονικών λαών σε περιοχές όπου σήμερα τα σύνορα φαντάζουν ανυπέρβλητα.

Ιδιαίτερη αξία αποκτά σήμερα το αξιακό περιεχόμενο του Πολυφωνικού Τραγουδιού. Ο συλλογικός χαρακτήρας της ερμηνείας του, βασισμένος σε συγκεκριμένες, ιστορικά, κοινωνικές δομές και συλλογικές νοοτροπίες, αναγορεύεται σε κυρίαρχο στοιχείο προβολής και επιβίωσης του είδους στη σημερινή εποχή, της εξατομίκευσης και του κατακερματισμού. Η συλλογικότητα αποτελεί το βασικό κίνητρο του ενδιαφέροντος για πολλούς νέους ανθρώπους που στρέφονται στο Πολυφωνικό Τραγούδι αναζητώντας αυθεντικά ακούσματα ψυχής και συλλογική καλλιτεχνική έκφραση, δίνοντας νέα πνοή σε ένα είδος που, στη δίνη των νέων πολιτιστικών μοντέλων και αλλαγών, έδειχνε να πορεύεται απαρέγκλιτα προς τη δύση του και το μελλοντικό του αφανισμό.
Το Ηπειρώτικο Πολυφωνικό Τραγούδι αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές φόρμες στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια αλλά και στο παγκόσμιο ρεπερτόριο της Λαϊκής Πολυφωνίας.

Η καταγωγή αυτής της πολυφωνικής φόρμας, παρόλο που η έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη σε βέβαια συμπεράσματα, πιθανά να ανάγεται σε πολύ παλιές (ίσως ακόμη και προελληνικές) εποχές. Οι μελωδίες των πολυφωνικών τραγουδιών, μαζί με ορισμένα ακόμη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας) είναι οι μοναδικές στον ελλαδικό χώρο που έχουν διατηρήσει την ανημίτονη πεντατονική κλίμακα (κλίμακα που αποτελείται από πέντε νότες χωρίς ημιτόνια). Η κλίμακα αυτή, σύμφωνα με κάποιους μουσικολόγους, ταυτίζεται με το δώριο τρόπο των αρχαίων Ελλήνων, την κατεξοχήν «ελληνική αρμονία». Δίπλα στην κλίμακά του, στοιχεία που συνηγορούν στην παλαιότατη καταγωγή του είδους αποτελούν ο φωνητικός, ομαδικός, ρητορικός και τροπικός του χαρακτήρας.
Στις μέρες μας το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι το συναντάμε στα βορειοδυτικά του Νομού Ιωαννίνων (χωριά του Πωγωνίου, Παρακάλαμος, χωριά βόρεια της Κόνιτσας), σε ελάχιστα χωριά στα βορειοανατολικά της Θεσπρωτίας (Τσαμαντάς, Λιάς, Βαβούρι, Πόβλα) και, κυρίως, στη Βόρειο Ήπειρο, στα χωριά της ελληνικής μειονότητας στα νότια της Αλβανίας (Δερόπολη, Άνω Πωγώνι, Βουθρωτό, Χειμάρα).

Ρόλοι ηπειρώτικου πολυφωνικού τραγουδιού
Παρτής ή πάρτης ή σηκωτής είναι εκείνος που τραγουδά την κύρια μελωδία, αρχίζοντας, «παίρνοντας» ή «σηκώνοντας» το τραγούδι.
Του απαντά ο δεύτερος που «γυρίζει» ή «τσακίζει» το τραγούδι, για αυτό λέγεται και γυριστής.
Μερικές φορές, στη θέση του γυριστή, ή σύμφωνα με κάποιους μουσικολόγους, παράλληλα με αυτόν, συναντάμε το ρόλο του κλώστη, ο οποίος κάνει ιδιόμορφους λαρυγγισμούς, «κλώθωντας» το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και την υποτονική τής μελωδίας, τεχνική που θυμίζει την κίνηση του χεριού που κρατά το αδράχτι και κλώθει το νήμα.

Ρόλος που απαντά συχνά αλλά όχι πάντα, είναι ο ρόλος του ρίχτη, ο οποίος «ρίχνει» το τραγούδι στο τέλος του προλογίσματος του παρτή, τραγουδώντας ένα επιφώνημα ( π.χ. «αχ ωχ ωχ», «άντε βρε») μια τετάρτη κάτω από την τονική τής μελωδίας, ξεκουράζοντας τον παρτή και ενώνοντας το προλόγισμά του με την είσοδο των ισοκρατών.
Τα υπόλοιπα μέλη της πολυφωνικής ομάδας, οι ισοκράτες, κρατούν το «ίσο», δηλαδή το φθόγγο τής τονικής τής μελωδίας, δημιουργώντας την τροπική βάση του τραγουδιού. Ο ρόλος των ισοκρατών είναι ιδιαίτερα σημαντικός και όσο δυνατότερο είναι το ισοκράτημα τόσο πιο «βρονταριά πάει το τραγούδι».

Η αρτιότητα της ερμηνείας του πολυφωνικού τραγουδιού προϋποθέτει την ύπαρξη αλλά και το σμίξιμο των διαφορετικών φωνών – ρόλων της πολυφωνικής ομάδας. Έτσι, το πολυφωνικό τραγούδι προϋποθέτει τη συλλογικότητα της έκφρασης αλλά και την αυστηρή διακριτότητα των ρόλων που απηχεί και την άγραφη ιεραρχία στη σύνθεση της ομάδας και στην κατανομή των ρόλων. [Πηγές: Εδώ και εδώ]

Bookmark and Share